Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Στον υποταγμένο


Μισώ τον υποταγμένο! Μισώ τον υποταγμένο, όπως μισώ τον αχρείο, όπως μισώ τους αργόσχολους! Μισώ την υποταγή! Μισώ την αισχρότητα, μισώ την απραξία. Νιώθω συμπόνια για τον άρρωστο που λυγίζει από θανάσιμο πυρετό· μισώ όμως τον κατά φαντασία ασθενή, που με λίγη θέληση και μόνο θα  στεκόταν στα πόδια του. Λυπάμαι τον φυλακισμένο, κυκλωμένο από φύλακες, συντετριμμένο από το βάρος των τόσων αλυσίδων. Αλλά μισώ τους στρατιώτες που λυγίζουν απ’τα σιρίτια και το βάρος των γαλονιών· τους εργαζόμενους που σκύβουν στο κεφάλαιο. Αγαπώ τον άνθρωπο που, όπου κι αν βρίσκεται, λέει αυτό που νιώθει· μισώ τον ψηφοφόρο που αναζητά τον διαρκή θρίαμβο μέσα από την πλειοψηφία. Αγαπώ το σοφό που έχει τσακίσει από την πίεση της επιστημονικής έρευνας· μισώ το άτομο που γονατίζει από το βάρος κάποιας άγνωστης δύναμης, κάποιου «Χ», ενός θεού… Όλους εκείνους, λέω, μισώ που από φόβο και παραίτηση παραχωρούν σε άλλους ένα μέρος της δύναμής τους ως άνθρωποι και, όχι μόνο σκύβουν αυτοί το κεφάλι, αλλά αναγκάζουν κι εμένα και κείνους που αγαπώ να σκύψουν το κεφάλι, εξαιτίας της γεμάτης φόβο συνεργασίας τους ή της ηλίθιας αδράνειάς τους. Τους μισώ αυτούς· ναι τους μισώ, γιατί εγώ το αισθάνομαι… Εγώ δεν γονατίζω μπροστά στα γαλόνια του αξιωματούχου, την εσάρπα του δημάρχου, το χρυσάφι του κεφαλαίου· την ηθική ή τη θρησκεία. Εδώ και πολύ καιρό έχω μάθει ότι όλα αυτά τα πράγματα δεν είναι παρά σκέτα μπιχλιμπίδια, που μπορούμε να σπάσουμε σαν γυαλί… Εγώ λυγίζω κάτω από το βάρος της υποταγής των άλλων. Πόσο μισώ την υποταγή!

Εγώ αγαπώ την ζωή. θέλω να ζήσω, όχι όμως έτσι ασήμαντα, όπως εκείνους που ικανοποιούν μόνο ένα μέρος των μυών και των νεύρων τους, αλλά με μια ευρύτερη έννοια, ευαρεστώντας τόσο τους μυς του προσώπου όσο και αυτούς της κνήμης, ταυτόχρονα την πλάτη μου, όπως ακριβώς και τον εγκέφαλό μου. Δεν θέλω ν’ ανταλλάξω ένα μέρος του σήμερα για ένα απατηλό αύριο. Δεν θέλω να παραχωρήσω τίποτα απ’ το σήμερα για τη ματαιοδοξία του μέλλοντος. Δεν θέλω τίποτε δικό μου να υποτάσσεται κάτω από τις λέξεις πατρίδα, θεός, έμβλημα. Γιατί γνωρίζω πολύ καλά την κενότητα τέτοιων λέξεων, αυτών των ιερών και εγκόσμιων φαντασμάτων. Γελάω με τον αναχωρητισμό, με τους παραδείσους, η ελπίδα για τους οποίους συντηρεί την υποταγή, τις θρησκείες, το κεφάλαιο. Εμπαίζω αυτούς που συσσωρεύουν για τα γηρατειά και στερούνται στη νιότη τους· εκείνους που, για να φάνε στα εξήντα τους, νηστεύουν στα είκοσι. Εγώ θέλω να τρώω, όσο ακόμα έχω γερά δόντια για να μπορώ να ξεσκίζω και να συνθλίβω σφριγηλά κρέατα και χυμώδη φρούτα. Όσο τα υγρά του στομαχιού μου είναι σε θέση να χωνεύουν χωρίς πρόβλημα, θέλω να χορταίνω τη δίψα μου με δροσιστικά και δυναμωτικά ποτά. Θέλω να αγαπήσω γυναίκες πολλές ή μια γυναίκα, στηριζόμενος όμως στις κοινές μας επιθυμίες, και δεν θέλω να υποκύψω σ’ αυτή την οικογένεια που επιβάλει ο νόμος· τίποτε δεν έχει δικαίωμα πάνω μας. Εσύ θέλεις, εγώ θέλω. Ας περιγελούμε την οικογένεια, το νόμο, αυτήν την πανάρχαια μορφή υποταγής.  

Και δεν σταματώ εδώ... Θέλω, αφού έχω και μάτια κι αυτιά και άλλες αισθήσεις, πέραν του να πίνω και να τρώω, να κάνω έρωτα: να ζω τη χαρά σε όλες της τις εκφάνσεις. Θέλω να δω όμορφα γλυπτά και έργα ζωγραφικής, να θαυμάσω τον Ροντέν ή τον Μανέ. Ν’ ακούσω τις καλύτερες ορχήστρες σε έργα Μπετόβεν ή Βάγκνερ. Θέλω να γνωρίσω τους κλασσικούς στην Comedie Française να περιεργαστώ τον λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό πλούτο που άφησαν παρακαταθήκη άνθρωποι του παρελθόντος στους ανθρώπους του παρόντος, και ακόμα περισσότερο να ρουφήξω το τωρινό και παντοτινά ατελείωτο πνευματικό έργο της ανθρωπότητας. Επιθυμώ ευτυχία για μένα, για τη σύντροφο που έχω επιλέξει, για τους φίλους μου. Θέλω ένα σπίτι όπου θα μπορώ τα μάτια μου ευχάριστα να κλείνω, όταν τελειώνω την εργασία μου. Γιατί ζητώ και την απόλαυση της εργασίας· αυτή την υγιή χαρά, αυτή τη δυνατή χαρά. Θέλω τα χέρια μου να δουλεύουν το ροκάνι, το σφυρί, την τσάπα, το δρεπάνι. Ας αναπτυχθούν οι μυς κι ας φουσκώσει το στήθος από ισχυρές, χρήσιμες και λογικές δράσεις. Θέλω να είμαι χρήσιμος, θέλω εμείς να είμαστε χρήσιμοι. Θέλω να είμαι χρήσιμος στο διπλανό μου και θέλω κι ο διπλανός μου να μου είναι χρήσιμος. Θέλω να κοπιάσουμε πολύ, γιατί είμαι αχόρταγος για απόλαυση. Κι αυτό, γιατί θέλω να ευχαριστιέμαι το ότι δεν έχω υποταχθεί. Ναι, ναι! Θέλω να παράγω, αλλά θέλω και να απολαμβάνω. Θέλω να ζυμώνω, αλλά να τρώω και καλύτερο ψωμί· να εργάζομαι στον τρύγο, αλλά να πίνω και καλύτερο κρασί· να κατασκευάζω σπίτια, αλλά να μένω σε καλύτερες οικίες· να φτιάχνω έπιπλα, αλλά να κατέχω και τα αναγκαία για να θαυμάσω το ωραίο· θέλω να φτιάξω θέατρα, αλλά τόσο μεγάλα που να χωράν εμένα και τους δικούς μου. Θέλω να μετέχω στην παραγωγή, αλλά να μετέχω και στην κατανάλωση. Είναι κάποιοι που ονειρεύονται να παράγουν για άλλους, στους οποίους αφήνουν, τι ειρωνεία, τα καλύτερα αποτελέσματα της προσπάθειάς τους.
 Όσο για μένα, εγώ θέλω ενωμένος αδέσμευτα με τους υπόλοιπους να παράγω αλλά και να καταναλώνω. Εσείς, υποταγμένοι, κοιτάτε: φτύνω τα είδωλά σας. Κοροϊδεύω το Θεό, φτύνω την Πατρίδα, περιφρονώ τον Χριστό, περιφρονώ τη σημαία, φτύνω το κεφάλαιο και το χρυσόμαλλο δέρας· φτύνω τους νόμους και τους Κώδικες, τα σύμβολα της θρησκείας· όλα βλακείες, λίγο μ’ ενδιαφέρουν, τα περιγελώ… Μόνο μέσα από εσάς παίρνουν αυτά κάποια υπόσταση και για μένα· αφήστε τα πίσω σας, και μεμιάς θα γίνουν κομμάτια. Όμως, κι έτσι είστε μια δύναμη, εσείς υποταγμένοι, μια από εκείνες τις δυνάμεις που αγνοούν την ίδια τους την ύπαρξη· ωστόσο, είστε μια δύναμη και εγώ δεν μπορώ να σας περιφρονήσω, μπορώ μόνο να σας μισήσω… ή να σας αγαπήσω. Η πιο μεγάλη μου επιθυμία είναι να σας δω να αποτινάζετε την υποταγή μέσα από μια τρομερή αφύπνιση της ζωής. Δεν υπάρχει μελλοντικός παράδεισος, δεν υπάρχει μέλλον· υπάρχει μόνο παρόν. Ας ζήσουμε! Ζήστε! Η υποταγή είναι θάνατος. Η εξέγερση ζωή!













Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Λάθος συνειρμοί


επειδή φαίνομαι χαρούμενη - δε σημαίνει πως όλα είναι καλά
επειδή γελάω - δε σημαίνει πως δεν παίρνω τα πράγματα στα σοβαρά
επειδή συγχωρώ - δε σημαίνει πως πρέπει να με παίρνεις για δεδομένη
επειδή σε πιστεύω - δε σημαίνει ότι μπορείς να μου λες ψέματα
επειδή δε δείχνω τα συναισθήματά μου - δε σημαίνει ότι δεν έχω
επειδή δε μιλάω - δε σημαίνει πως δεν έχω τίποτα να πω

...just to get things straight

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Μονά-μονά δικά μου!

  • Μονό είναι το στρώμα μου 
  • μονή η ηλικία μου
  • μονή η κάλτσα που αφήσα για να γεμίσει ο Αι Σιχτίρης τα Χριστούγεννα (Αι Βασίλης λέγεται, αλλά επειδή ξέρω ότι θα την αφήσει άδεια, τον λέω έτσι προκαταβολικά)
  • μονά τα χρόνια που δουλεύω.
  • μονά τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν σήμερα.
  • μονός ο μήνας Ιανουάριος και
  • ασορτί μονά είναι και όλα μου τα ρεπό για τον Ιανουάριο...

Αν δεν έρθει το τέλος του κόσμου σήμερα... Δε σώνομαι με τίποτα! 

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Σημειωτόν ολοταχώς...

Ελάτε να βιώσουμε τη στασιμότητα...
Αυτή την τόσο παρεξηγημένη έννοια. 


Ελάτε να κάνουμε αύριο τo τίποτα που κάναμε κι εχθές. Να μην επεξεργαστούμε κανένα ερέθισμα, να μην τολμήσουμε το παραμικρό, να μην προσπαθήσουμε για τίποτα. Υπάρχει κρίση και λουφάζουμε τώρα.

Ελάτε να αφήσουμε τον κόσμο στους θρασσείς και σ' αυτούς τους ηλίθιους που ακόμα προσπαθούν και εμείς ας βλέπουμε το ματς μεταξύ τους στην πολυαγαπημένη μας τηλεόραση σε απευθείας σύνδεση. Κι αυτό επειδή παίζεται στην πλάτη μας, όχι τίποτα άλλο.

Ελάτε να μην αγωνιστούμε για τίποτα από αυτά που ήδη είχαμε και χάσαμε. Ούτε γι' αυτά που θα θέλαμε να ζήσουμε. Να μείνουμε αόρατοι πάση θυσία μη τυχόν μας πάρουν είδηση και μας παρασύρουν.

Ελάτε να κατεβάσουμε ασφάλειες για όλους και για όλα. Να μην έχουμε προσδοκίες γιατί έτσι εξαλείφεται και η πιθανότητα να πληγωθούμε όταν αυτές δεν εκπληρωθούν. Μότο μας: Μηδέν ένταση και μηδέν επιθυμίες, ίσον μηδέν απογοήτευση!

Ελάτε να μην κάνουμε ούτε καν σχέσεις ή παιδιά. Μόνο σεξ. Κι αυτό από ένστικτο κι ανάγκη. Ποιος τη χέζει τη συντροφικότητα και την οικογένεια... Καλύτερα να μην έχουμε καθόλου γιατί αλλιώς μπορεί θα αγχωθούμε και μετά άθελά μας ίσως προσπαθήσουμε για κάτι καλύτερο. Περιττά προβλήματα για τον εύθραυστο εαυτό μας.

Ελάτε να πάθουμε... απάθεια. Να ανοσοποιηθούμε ενάντια στην ενσυναίσθηση. Να κλειστούμε στον εαυτό μας. Να μην υποσχεθούμε σε κανέναν, να μη δεσμευτούμε για τίποτα, να μην προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε με κανένα τρόπο και για κανένα λόγο. Να γίνουμε τα ζόμπι που τόσο μας αρέσουν στις ταινίες!
 
Ελάτε να μείνουμε σκλάβοι σε μια δουλειά που μας πετάει ψίχουλα και για αντάλλαγμα μας παίρνει την ψυχή κομμάτι-κομμάτι. Να γίνουμε οι αγαπημένοι φυλακισμένοι των "θέλω" και των "δε μπορώ" μας.

Ελάτε να φυτοζωήσουμε. Κι αν μας ποτίσουν, μας πότισαν, αλλιώς ας ξεραθούμε. Ας γίνουμε έρμαια κι ας παραιτηθούμε ολότελα. Ας αχρηστεύσουμε την ύπαρξή μας εντελώς, ας γίνουμε αυτόχειρες κι έτσι να σφραγίσουμε και την πολυπόθητη ανυπαρξία μας ανεπιστρεπτί.

Κι αν, παρ' ελπίδα, μας έρθει να ζήσουμε κάτι άλλο, ας το κρυφοκοιτάξουμε μόνο για λίγο. Ας το κάνουμε μόνο προσωρινά, σχεδόν κρυφά και με όσο το δυνατόν λιγότερες ευθύνες, κίνδυνο και άγχος. Προς θεού! Όχι άλλες έννοιες, όχι άλλες υποχρεώσεις, όχι άλλες σκοτούρες. Ούτε καν εκείνες που υπό άλλες συνθήκες θα διαλέγαμε να ζήσουμε.

Ελάτε να βαδίσουμε σημειωτόν...











...μπορεί αυτή να είναι η λύση και να είμαι εγώ λάθος.

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Οι τρισάθλιοι...

Εικοσιπεντάχρονο αποτριχωμένο μπουμπούκι (όχι του γούστου μου, αλλά αντικειμενικά μπουμπούκι) στραβώνεται για αδιευκρίνιστο λόγο (που δε μας ενδιαφέρει να διευκρινίσουμε κιόλας του καθενός τα βίτσια) και προσεγγίζει για να ξεστομίσει με ύφος :

- Άσε με να μαντέψω... Είσαι και η πιο όμορφη εδώ μέσα, ε?

- Κι εσύ άσε με να μαντέψω, τόσο νέο παιδί σίγουρα έχεις γλαύκωμα, ε?

- Όχι, μόνο facebook έχω...



Το άθροισμα ομορφιάς και εξυπνάδας μένει πάντα σταθερό?


 

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

Χρόνου Φείδου

«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ' ότι έχω ζήσει έως τώρα…Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.  
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.  

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει. 

Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες. 

Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί. 

Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους. 

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους. 

Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. 

Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα. Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. 


Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται…Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα… 

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση. 
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους. 
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους. 
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους. 
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους. 
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια. 

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή. 
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων. Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή. 

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει. Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν… Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ' όσες έχω ήδη φάει. Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.»

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Blindness

“Words are like that, they deceive, they pile up, it seems they do not know where to go, and, suddenly, because of two or three or four that suddenly come out, simple in themselves, a personal pronoun, an adverb, an adjective, we have the excitement of seeing them coming irresistibly to the surface through the skin and the eyes and upsetting the composure of our feelings, sometimes the nerves that can not bear it any longer, they put up with a great deal, they put up with everything, it was as if they were wearing armor, we might say.”

― José Saramago


Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Άρες Μάρες Ελληνάρες

Ας μου πει κάποιος σε ποιο σύμπαν ένας άνθρωπος αφήνει φωτοτυπημένο χειρόγραφο σημείωμα σε αυτοκίνητο (mini cooper, παρκαρισμένο σε high-society δρόμο με κανένα άλλο αυτοκίνητο) που λέει (μαζί με τα ορθογραφικά και τα κεφαλαία παρακαλώ): 
"Το ξέρω ότι ο δρόμος είναι δημόσιος, αλλά υπάρχουν και ΔΙΕθΝΗΣ κανόνες ευγενείας. Γιατί δεν παρκάρατε το αυτοκίνητο από τη μεριά του σπιτιού το οποίο επισκεπτόσαστε; Γιατί είστε ελληνάρες."

Η απάντηση είναι πως αφού υπήρχε ήδη ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο από εκείνη τη μεριά του δρόμου (το οποίο όταν βγήκαμε δεν υπήρχε πια), είπαμε να τα στοιχίσουμε για να μην έχει αυτοκίνητα και από τις δύο πλευρές ώστε να μείνει και αρκετός χώρος για τη διέλευση των οχημάτων.

Που να φανταστούμε ότι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού με τον κήπο, την πισίνα, τους ψηλούς τσιμεντένιους τοίχους και την σιδερένια πόρτα τύπου οχυρό θα ενοχληθεί όταν βγει να πάει για μανικιούρ-πεντικιούρ γιατί βγαίνοντας θα γεμίσει το οπτικό του πεδίο ένα mini cooper??!!!

Αφού με είπανε και ελληνάρα... Με έχουν πει τα πάντα στη ζωή μου!

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

1η Δεκεμβρίου 1955: Όταν η Ρόζα Παρκς άλλαξε την ιστορία

.Μαριλένα Πλέντη
Αλαμπάμα, βράδυ της 1ης Δεκεμβρίου 1955. Η Ρόζα Παρκς, η 42χρονη μαύρη ράφτρα, επιστρέφοντας με το λεωφορείο απ’ τη δουλειά αγγίζει χωρίς να το γνωρίζει την Ιστορία. Θωρακίζεται με το θάρρος του αυτοσεβασμού και της αξιοπρέπειας κι αρνείται να παραχωρήσει τη θέση της σ’ έναν λευκό. Η άμεση σύλληψή της κινητοποιεί τους μαύρους της Αλαμπάμας με επικεφαλής τον νεαρό τότε αιδεσιμότατο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

«Οι άνθρωποι λένε ότι δεν παραχώρησα την θέση μου γιατί ήμουν κουρασμένη, δεν είναι αλήθεια. Δεν ήμουν σωματικά κουρασμένη ή περισσότερο κουρασμένη από μια συνηθισμένη μέρα. Όχι, η μόνη κούραση ήταν αυτή του να υποχωρώ.» Κάποιοι την γνωρίζουν, οι περισσότεροι όμως ίσως απλά να έχουν ακούσει το όνομά της...
Ρόζα Παρκς, η Αφροαμερικανή ράφτρα που αρνήθηκε να σηκωθεί και να δώσει την θέση της σε ένα λευκό όπως απαιτούσε ο νόμος περί φυλετικού διαχωρισμού στην Αμερική και έτσι, έγινε με μια της κίνηση σύμβολο του αντιρατσιστικού κινήματος στην Αμερική και σύμβολο αντίστασης όλης της Αφροαμερικανικής κοινότητας.
Η Αμερική του ρατσισμού: Η Παρκς μεγάλωσε σε έναν κόσμο διαχωρισμένο, όπου υπήρχε ο κόσμος των λευκών και ο κόσμος των μαύρων. Στον Αμερικανικό Νότο ο νόμος περί φυλετικού διαχωρισμού ήταν φανερός σε όλες τις πτυχές της ζωής, από τα λεωφορεία ως τα τρένα, τα σχολεία και τα μπαρ, οι νόμοι καθόριζαν διαφορετικά καθίσματα, βαγόνια και χώρους εστιάσης για τους λευκούς και διαφορετικά για τους μαύρους.

Γεννημένη στις 4 Φεβρουαρίου του 1913 στην Αλαμπάμα η Ρόζα βίωσε από μικρή τον κοινωνικό και τον φυλετικό ρατσισμό. Όταν τα λευκά παιδιά πηγαίνανε στο σχολείο με το λεωφορείο, τα παιδιά των έγχρωμων πηγαίνανε με τα πόδια«Έβλεπα κάθε μέρα το λεωφορείο να περνά δίπλα μου…αλλά δεν είχα άλλη επιλογή από το να το δεχτώ. Ήταν τότε που πρωτοκατάλαβα ότι υπάρχει ο κόσμος των λευκών και ο κόσμος ο δικός μας». Η Ρόζα παντρεύτηκε, μετακόμισε στο Μοντογκόμερυ και δούλευε σαν μοδίστρα, ενώ ήταν εθελοντικό μέλος της οργάνωσης ΝΑΑCP (National Association for the Advancement of Colored People) για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

roza-parks-egged
Την 1η Δεκεμβρίου του 1955, μετά από μια μέρα δουλειάς, η Ρόζα επιβιβάζεται στο λεωφορείο. Στα λεωφορεία του Μοντγκόμερυ οι έγχρωμοι έπρεπε να κάθονται στις πίσω σειρές που προορίζονταν μόνο για αυτούς, ενώ μπορούσαν να κάτσουν και σε κάποιες θέσεις στην μέση από τις οποίες έπρεπε να σηκωθούν αν στο λεοφωρείο υπήρχε όρθιος λευκός.

Επιπλέον οι έγχρωμοι ήταν αναγκασμένοι να μπαίνουν από την μπροστινή πόρτα, ώστε να επικυρώνουν το εισιτήριό του,ς και έπειτα να κατεβαίνουν και να επιβιβάζονται από την πίσω πόρτα, ώστε να μην περνούν μπροστά από τους λευκούς. «Την πρώτη φορά που ανέβηκα σε λεοφωρείο, μια βροχερή μέρα του 43, ο οδηγός απαίτησε να κατέβω και να μπώ από την πίσω πόρτα Καθώς έβγαινα μου έπεσε το πορτοφόλι, κοντοστάθηκα στις θέσεις που προορίζονταν για τους λευκούς και τότε ο οδηγός εξοργίστηκε και με κατέβασε».

Μια στιγμή για την ιστορία:  Εκείνη λοιπόν την μέρα του Δεκεμβρίου, η 42χρονη Ρόζα κάθισε στην πρώτη σειρά που προορίζονταν για τους έγχρωμους πολίτες. Όταν το λεωφορείο γέμισε και 4 λευκοί ήταν όρθιοι, ο οδηγός απαίτησε να αδειάσει η πρώτη σειρά που προοριζόταν για τους έγχρωμους. Η Ρόζα ήταν η μόνη που αρνήθηκε να σηκωθεί. «Γιατί δεν σηκώνεσαι; Δεν νόμιζω ότι πρέπει να σηκωθώ. Άμα δεν σηκωθείς θα αναγκαστώ να φωνάξω την αστυνομία. Τότε να το κάνετε.» Και ο οδηγός Τζέιμς Μπλέικ, ο ίδιος που το 43 την είχε αφήσει στην βροχή, κάλεσε την αστυνομία όπου και την συνέλαβε.

Rosa_Parks_1956
Μετά την αποφυλάκισή της, στις 5 Δεκεμβρίου, αποφασίστηκε να διεξαχθεί μποϊκοτάζ στα λεωφορεία του Μοντγκόμερυ με επικεφαλής την οργάνωση Montgomery Improvement Association (MIA) και τον άγνωστο μέχρι τότε Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, πάστορα εκκλησίας της πόλης. Οι περισσότεροι μαύροι της περιοχής το διάστημα αυτό πήγαιναν στις δουλείες τους και γενικότερα μετακινούνταν είτε με ιδιωτικά αυτοκίνητα, είτε με κάρα και ποδήλατα, είτε με τα πόδια. Επίσης οι μαύροι ταξιτζήδες χρέωναν την κούρσα μόλις 10 σεντς, όσο δηλαδή κόστιζε το εισιτήριο στα λεωφορεία. Όταν αυτό έγινε γνωστό, οι αρχές της πόλης αποφάσισαν να επιβάλλονται πρόστιμα σε όσους χρέωναν την κούρσα λιγότερο από 45 σεντς.

Η συνέχιση του μποϊκοτάζ και η μεγάλη συμμετοχή σε αυτό είχε ως συνέπεια και την αύξηση της συμμετοχής λευκών κατοίκων της πόλης, που ήταν αντίθετοι στην κατάργηση του φυλετικού διαχωρισμού ή πλήττονταν οικονομικά από το μποϊκοτάζ, στο White Citizen's Council. Άτομα που συμμετείχαν στο μποϋκοτάζ έγιναν πολλές φορές στόχος επιθέσεων. Εμπρηστικές επιθέσεις έγιναν και εναντίον των σπιτιών των Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και Ralph Abernathy`s αλλά και εναντίον τεσσάρων εκκλησιών της μαύρης κοινότητας του Μοντγκόμερυ.

Κατά τη διάρκεια του μποϊκοτάζ συνελήφθησαν για παρακώληση συγκοινωνιών 156 άτομα μεταξύ των οποίων και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Καταδικάστηκε σε πρόστιμο 500$ ή φυλάκιση 386 ημερών. Τελικά έμεινε στη φυλακή δύο εβδομάδες. Ύστερα από το μποϊκοτάζ που κράτησε περισσότερο 381 μέρες, και έφερε τις εταιρείες μεταφορών στα όρια της καταστροφής καθώς το 75% αυτών που χρησιμοποίούσαν λεοφωρεία ήταν έγχρωμοι, το Νοέμβριο του 1956 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κήρυξε αντισυνταγματικό το νόμο για το φυλετικό διαχωρισμό. Ήταν η πρώτη νίκη του κινήματος για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των έγχρωμων πολιτών στην Αμερική ως την ιστορική ομιλία του Κινγκ «Έχω ένα όνειρο» ως την ιστορική νίκη.
Πηγή: The insider

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Γιατρέ μου... κουφάθηκα!


Δε μπορεί να είναι αλλιώς. Ακούω παντού βλακείες από ηλίθιους που πολλαπλασιάζονται με ταχύτητα κολοβακτηριδίου!!! Ο Κασιδιάρης (σταθερή αξία) παραδέχεται ότι εκμεταλλεύεται το "βουλευτιλίκι" για να οπλοφορεί ΠΛΕΟΝ νόμιμα και μετά βυθίζεται σε νιρβάνα συμπερασμάτων του κώλου, συνειρμών τύπου "ο χαμένος κρίκος της αλυσίδας", αμορφωσιάς και σαχλαμάρας σε βαθμό κακουργήματος!

Δεν ξέρω εάν αντιγράφει τον Γκέμπελς (όπως διάβασα κάπου) και πόσο το πετυχαίνει, αλλά οι αντιγραφές και οι μιμήσεις μεγάλων ανδρών της ιστορίας μπορεί να οδηγούν συνήθως σε κωμωδίες, οι αντιγραφές και οι μιμήσεις όμως δολοφόνων της ιστορίας οδηγούν σε τραγωδίες... Έστω και σε ιλαροτραγωδίες όπως η παραπάνω αν όχι πολύ χειρότερες. Έλεος πια!!!




20 και σήμερα!





Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Σύμπαν με ακούς?

Γιατί γαμιέσαι και δεν συνωμοτείς 
και λίγο υπέρ μου?


Μ' ακούς που σου μιλάω??! 
Θα με φάνε οι μαύρες τρύπες και θα πάω χαμένη, 
στο λέω, κάνε κάτι!


Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Honored

Η αγάπη για τους άλλους (συμπληρώνοντας όλο το φάσμα από εντελώς αγνώστους μέχρι τους πιο κοντινούς) δεν υπακούει σε κανένα νόμο. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν υπακούει. Όταν αγαπάμε κάποιον με το σωστό τρόπο (τον μη εγωιστικό), καλώς ή κακώς αυτή αγάπη μένει πάντα εκεί. Δε μιλάω μόνο για την ερωτική αγάπη (γιατί ξέρω εκεί πήγε το μυαλό σας αμέσως), αλλά γι' αυτή που έχουμε προς τον εκάστοτε άνθρωπο που είναι απέναντί μας είτε αυτός είναι σύντροφος, φίλος, συγγενής ή εντελώς άγνωστος. 

Μιλάω για την αγάπη. Τόσο "πολυφορεμένη" λέξη που ισορροπώ σε τεντωμένο σχοινί προκειμένου να μην πέσω στο κενό του μελό (εάν δεν έχω πέσει ήδη). Αυτή η αγάπη για την οποία μιλάω εγώ, είναι συνήθως δύσκολη αλλά είναι πάντα εκεί ανεξάρτητα των συνθηκών. Είναι η αγάπη ενός ανθρώπου που ενώ έχει ήδη αρκετά προβλήματα από μόνος του, τον κάνει να βοηθάει συνανθρώπους του ακόμα και με δικό του προσωπικό κόστος. Είναι η αγάπη ενός ανθρώπου για έναν άλλο που ενώ έχει πληγωθεί από αυτόν, τον κάνει να θέλει να είναι όσο το δυνατόν καλύτερα και κάνει ότι περνάει από το χέρι του για να το καταφέρει ακόμα κι αν εκείνος δεν το μάθει ποτέ. Είναι η αγάπη ενός ανθρώπου που ενώ έχει ήδη καταπληκτικά παιδιά, τον κάνει να βλέπει και κάποιον άλλον σαν παιδί του και το δείχνει σε κάθε δυνατή ευκαιρία χωρίς κανένα δικό του όφελος...

Όταν δέχεσαι τέτοιου είδους αγάπη (τη σπάνια), δεν μπορεί παρά να νιώθεις μεγάλη συγκίνηση από μια τέτοια τιμή.

Ευχαριστώ τους ανθρώπους που με έχουν κάνει να νιώσω έτσι κατά καιρούς και ειδικά αυτόν σήμερα που μου θύμισε τη συγκίνηση της πλήρους και άνευ όρων αποδοχής κι αγάπης...


Υ.Γ Υπόσχομαι να φανώ αντάξια αυτής της αγάπης και να αγαπώ κι εγώ έτσι όσο περισσότερο μπορώ γιατί η ζωή μόνο έτσι είναι ωραία.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Γρήγορα κι αργά


Philippe Ramette
σίγουρα, ο κλοιός
στενεύει
πετάω φωτοβολίδες
καμιά
ανταπόκριση.
δεν μου προξενεί
έκπληξη
μόνο το ότι
συνεχίζω
ειδικά
ενώ ξέρω
ότι το τέλος
είναι
εκεί
κι
εδώ
    
Charles Bukowski

Αμνησία

"Προσωρινή ή μόνιμη, γενική ή ειδική δεν μπορώ να καταλάβω. Γυρνάω σε ένα σπίτι άγνωστο, σκονισμένο, παλιό και τίποτα δε μου θυμίζει το παραμικρό. Πολλά πιάτα στο νεροχύτη, διπλό κρεβάτι, ελάχιστος φωτισμός, άδειοι τοίχοι κι έξω νύχτα. Δεν ξέρω τίποτα. Ούτε εμένα δε θυμάμαι. Ούτε καν πως δείχνω. Σπίτι χωρίς καθρέφτη γίνεται? 

Παίρνω πληροφορίες από διάφορες τυχαίες πηγές για το ποια ήμουν και τι έκανα. Μία μεγάλη βιβλιοθήκη με τεράστια βιβλία σαν εγκυκλοπαίδειες μαγικών φίλτρων κι ένας τηλεφωνητής με πολλά μηνύματα που τα άκουσα όλα με τη σειρά. Πολύ λίγες πληροφορίες παίρνω όμως σε σχέση με την άγνοιά μου. Μηνύματα για να μην ξεχάσω το ένα και το άλλο. Μηνύματα που λέγανε πως δεν τα πάω καλά με τα τηλέφωνα. Ένα μήνυμα με μια βαθιά και σχεδόν ψιθυριστή γυναικεία φωνή, μάλλον μεγαλύτερης ηλικίας, είπε: "Όλα αυτά που δε θυμάσαι φωνάζουν για βοήθεια στα όνειρά σου. Και δε θυμάμαι ποιος το έχει πει αυτό κούκλα μου, αλλά από εδώ που είμαι μόνο αυτό έχω να σου πω. Θα σε ξαναπάρω να στο πω αν θες". Ξέρω ποια είναι? Έχω μια αίσθηση μόνο. Είναι μια φωνή που θα ήθελα να είχα προλάβει να της μιλήσω στο τηλέφωνο αλλά δεν μπορώ να αντιστοιχίσω πρόσωπο. Ποιος ξέρει που το έχω ακούσει αυτό και το προβάλω τώρα, σκέφτομαι.

Φαίνεται πως κρύβω το κουσούρι της αμνησίας μου από ντροπή. Με έχουν καταλάβει ότι έχω αλλάξει και με κατανοώ κι εγώ που δεν μιλάω. Πως να τους πω πως δεν θυμάμαι κανένα τους? Πως να τους πω ότι κάθε φορά που ξυπνούσα ξεχνούσα και μια μέρα έγινα έτσι? Νιώθω ντροπή.

Η ζωή περνάει και τίποτα δεν είναι ίδιο, ούτε καν το ίδιο λάθος δεν είναι όμοιο τη δεύτερη φορά γιατί απλούστατα το παρελθόν μας "χαράζει" με το δικό του τρόπο. Το παρελθόν δεν είναι νεκρό, μονολογώ σαν την τρελή στις πλατείες που βγάζει λόγους μόνη της. Στην πραγματικότητα δεν είναι καν παρελθόν γιατί είναι χαραγμένο πάνω μας. Στο παρόν και για το μέλλον. Το κουβαλάμε σιωπηλά κι αόρατα όλοι μας και βρίσκεται πίσω από οποιαδήποτε κίνησή μας. Το παρελθόν είναι κρυμμένο παρόν. Ναι, αυτό είναι! Χαίρομαι με αυτή μου τη διαπίστωση και κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας με επιφυλακτικότητα μήπως και το σπίτι δεν είναι δικό μου και κάποιος, με κάποιον τρόπο, είδε το παραλήρημα μου.

Δεν έχω να αναπολήσω τίποτα λοιπόν και αυτό μοιάζει να είναι το μόνο που θέλω να κάνω για να ηρεμήσω. Δε θυμάμαι τίποτα παρά μόνο την παιδική μου ηλικία. Την πραγματική μου πατρίδα. Τότε που όλα ήταν καινούργια. Σε αυτές τις αναμνήσεις νιώθω ασφαλής και ηρεμώ λίγο. Αλλά μετά πάλι... Όχι. "Η μνήμη δεν είναι ιστορικός, είναι ποιητής" και η θύμηση αυτού μου αποφθέγματος γκρεμίζει τούβλο-τούβλο την δική μου "ποιημένη" ασφάλεια. Ήμουν ευτυχισμένο παιδί ή έτσι το θυμάμαι τώρα από ανάγκη? Οι γονείς μου που είναι? Έχουν πεθάνει? Ανασφάλεια. Χάλασε κι αυτό μου το καταφύγιο. Γκρεμίστηκε συθέμελα από την αμφιβολία. Είμαι χαμένη πάλι...


Δεν ψάχνω ούτε για εφημερίδες, ούτε τρώγομαι να παρακολουθήσω την τηλεόραση που παίζει για να μάθω την πορεία της κατάντιας του κόσμου. Με νοιάζει μόνο που δε θυμάμαι αν έκανα κάτι για να το αλλάξω. Υποθέτω πως κάτι θα έκανα. Έτσι το σκέφτομαι τώρα. Μετά πάλι πίσω στα δικά μου. Πότε χάρηκα περισσότερο στη ζωή μου? Ποιος ήταν ο μεγαλύτερος μου έρωτας? Πόσες φορές έκλαψα και γιατί? Από ποιόν πληγώθηκα περισσότερο, ποιος με πρόδωσε, τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου? Τελικά το έκανα, είμαι κοντά ή έχασα το δρόμο μου? Ποιος ήταν εκεί για μένα και για ποιόν ήμουν εγώ? Συνέπεσαν ποτέ αυτά τα δύο? Πως σταμάτησε? Το προκάλεσα εγώ? Συναισθηματικά τοπ-τεν που δε μπορώ να συμπληρώσω.

Ίσως θα έπρεπε να νιώθω ανακουφισμένη. Ίσως αυτά που έχω ξεχάσει να είναι άσχημα. Τραυματικές εμπειρίες που τις σβήνει ο εγκέφαλος για να μην τυραννιέται. Ναι, να δεις αυτό είναι και κακώς κάνω που θέλω να θυμηθώ. Από την άλλη... Ποιος μπορεί να απαρνηθεί τον καρπό της γνώσης? Φωτογραφίες! Εκεί θα βρω περισσότερες πληροφορίες. 

Ανακατεύω τα πάντα... Βρίσκω άλμπουμ. Χμ, ομολογουμένως δεν ήμουν fan της κάμερας, όμως πολύ χαρούμενη φαινόμουν σε όλες. Αλλά και πάλι, βγάζει κανείς φωτογραφίες από δυσάρεστα γεγονότα της ζωής του? Τα ευχάριστα είναι αυτά που θέλουμε να θυμόμαστε. Ποιος είναι αυτός και γιατί είμαστε αγκαλιά? Φίλος, εραστής, συνάδελφος? Κι αυτή εκεί που γελάμε κοροϊδεύοντας στο φακό? Φίλη, συγγενής? Φαίνεται πως ήμουν πολύ αγαπητή. Όλοι αυτοί με ξέρανε... Με γνώριζαν όμως στ' αλήθεια? Τι τους είχα εκμυστηρευτεί? Μήπως κατάλαβαν κάτι κακό για μένα και γι' αυτο δεν είναι εδώ κανείς τους? Να δεις που αυτό είναι. Εκτός από χαμένη τώρα είμαι και μετανιωμένη και με κρίση πανικού. Μου κόβεται η ανάσα. Νομίζω πως θα πεθάνω και το μόνο που με νοιάζει είναι πως δε θέλω να βασανιστώ μέχρι να συμβεί και ότι έχω τρεις γάτες. Χαίρομαι που με έχουν ανάγκη και είμαι υπεύθυνη γι' αυτές. Μέσα στο πανικό μου απορώ που τις θυμάμαι.

Κάτι με κάνει και κλαίω με λυγμούς σα να πέθανε κάποιος. Δε μπορώ να θυμηθώ όμως γιατί κλαίω. Ξέρω ότι είναι όνειρο, αλλά δε με νοιάζει. Κλαίω μέχρι που..."

...Ξυπνάω. Το ίδιο γαμημένο όνειρο κάθε φορά!

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Άτιτλο

Λένε? Ξεχνούν
     Δε λένε? Θα πουν
          Κάνουν? Μοιραίο
               Δεν κάνουν? Το ίδιο είναι
                    Γιατί να ελπίζουμε? Όλα όνειρο είναι...
                                                                               
Φερνάντο Πεσσόα

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Εσύ κι ο γρύλος σου

-Υπάρχει όριο στο παράπονο? Στην εκδήλωση απογοήτευσης?

-Ναι. Υπάρχει. Ο καθένας έχει το δικό του.

-Και τι γίνεται μετά?

-Σαν τι να γίνεται δηλαδή?

-Όταν ξεπεραστεί αυτό το όριο, τι γίνεται?

-Γιατί να ξεπεραστεί? Παραπονιέσαι άδικα? Είσαι γκρινιάρα?

-Μπορεί. Δεν ήμουν. Τώρα τελευταία ίσως να έγινα. Αλλά ορκίζομαι είχα το ελεύθερο να λέω ότι με ενοχλεί.

-Και το "ελευθέρας παραπόνων" γιατί σου δόθηκε?

-Αγνοώ. Υποθέτω από διάθεση για αλλαγή(?) Από επιχείρηση για καλόπιασμα(?) Από κακό υπολογισμό παραπόνων που δεν έλεγα και νόμιζε ότι ήταν λιγότερα(?) Από παντελή έλλειψη ευθύνης γι' αυτά που λέει(?) Άγνωστο...

-Η διάθεση για αλλαγή σημαίνει μια παραδοχή σφάλματος και ενδιαφέρον για διόρθωση. Αλλαγή δεν είδες? Έστω και μια μικρή για να πιαστείς απο 'κει και να συνεχίσεις?

-Σχεδόν καμία... Ή μπορεί να ήταν τόσο μικρή που κουράστηκα να παραπονιέμαι πια για τα ίδια πράγματα. Να σκέφτομαι πως δεν αξίζει τη φασαρία.

-Δε μπόρεσε δηλαδή να αλλάξει? Γιατί? Ήταν πολλά αυτά που ζητούσες? Μήπως είχες άδικο μωρέ?

-Δεν ξέρω. Σίγουρα είχα τουλάχιστον μισό δίκιο. Εγώ νομίζω πως δεν υπήρχε ισχυρό κίνητρο αλλαγής. Δουλειά δίχως κέρδος, σα να λέμε. Κοινώς, ίσα και που χέστηκε. Και είναι άσχημο να το σκέφτεται αυτό κάποιος που αγαπάς ξέρεις...

-Είσαι σίγουρη πως είναι έτσι? Δεν είμαστε όλοι καλοί στο να δείχνουμε την αγάπη μας. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει.

-Όσο περνάει ο καιρός συνειδητοποιώ πράγματα που δε θα πίστευα ότι ισχύουν...

-Έχει συμβεί σε όλους αυτό. Έχεις στοιχεία για την εγκυρότητα αυτών που έχεις συνειδητοποιήσει?

-Ναι...Έχω. Και θα αποκτήσω ακόμα περισσότερα. Όλα προχωρούν με μαθηματική ακρίβεια όπως τα έχω προβλέψει.

-Τα στοιχεία τα είχες και πριν το "ελευθέρας"?

-Ναι...

-Τότε γιατί έχασες το χρόνο σου να παραπονιέσαι για μια τελειωμένη κατάσταση?

-Τι να έκανα?

-Να ξόδευες αυτό το χρόνο στο να συνηθίσεις στην ιδέα πως δε θα αλλάξει τίποτα και να δεις τι θα κάνεις από 'κει και πέρα.

-Το είδα σαν μια κίνηση καλής θέλησης και αυτές τις κινήσεις οφείλουμε να τις επικροτούμε.

-Ας βαρούσες παλαμάκια τότε! Ας έλεγες "μπράβο για την προσπάθεια". Η θέληση δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την ικανότητα.

-Είμαι σίγουρη πως μετά από τόσα χρόνια ξέρω για τι είναι ικανός και για τι όχι. Εξάλλου, τον έχω ζήσει να μπορεί αυτά για τα οποία παραπονιέμαι. Αλλά τώρα μου είχε πει ότι θα άλλαζε.

-Άρα μπορεί. Απλά όχι πια μαζί σου, τότε. Με το στανιό δε γίνονται αυτά. Χώριζε τα τσανάκια σου σιγά-σιγά. Σε τελική ανάλυση, δεν έχει και μεγάλη σημασία τι θέλουμε αλλά τι μπορούμε.

-Κι αν δε θέλω να τελειώσει άδοξα και έτσι όπως πάει δηλαδή, ολοκληρωτικά?

-Δε θες, σύμφωνοι... Αντέχεις όμως να προσπαθήσεις κι άλλο? Αν μπορείς, βουρ στο ψητό!

-Δε μπορώ. Έχεις δίκιο. Κουράστηκα. Αλλά πως θα κάνω κάτι που δε θέλω?

-Και που δεν θες... Αργά ή γρήγορα θα γίνει. Θες δε θες.

-Τέρμα τα παράπονα, τέρμα όλα. Απλά θα περιμένω το τέλος.

-Μη περιμένεις τίποτα. Αυτό είναι το μυστικό... Παραιτήσου των προσδοκιών σου από το συγκεκριμένο άνθρωπο. Γίνε ο ευχάριστος άνθρωπος που ήσουν. Αφού το τέλος είναι αναπόφθεχτο, τουλάχιστον προστάτεψε τον εαυτό σου.


Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Γενεθλιάζω Episode II

"Αυτό, για την φανταστική διασκευή που κάναμε μαζί το 1999 στη Σκωτία!"

Έχεις δίκιο! Η ερμηνείες μας ήταν αλησμόνητες! Πρέπει να τις βγάλουμε στο u tube να δεις πόσα χτυπήματα θα έχουμε (κυριολεκτικά και όλα στα δόντια...)


Εδώ αναλαμβάνω εγώ! Φανταστείτε κλινική σε εφημερία (ευτυχώς χωρίς περιστατικό), γύρω στις δύο το πρωί και εμένα με την κοπέλα αυτή να χορεύυμε μπροστά στις κάμερες στη ρεσεψιόν επειδή το ακούσαμε στο ραδιόφωνο. Ναι ναι.. είναι δύσκολες οι νύχτες και χρειάζεται μερικές φορές μια διέξοδος...

"Τόοοοοοοοοσα καλοκαίαιαιαιαιαιαιρια!!!!! Θυμάσε?? εγώ κουτσή στο αυτοκίνητο σου πηγαίνοντας για καφέ στο Μικρολίμανο αυτό τον φοβερό μήνα Μάϊο???!!!! Ε??? θυμάσαι??? Να ξέρεις πάντως ότι χαίρομαι πάρα πολύ που σε έχω φίλη μου (πραγματικά έτσι σε αισθάνομαι)- κ θέλω να πιστεύω κ εσύ - και σε αγαπάω πολύ πολύ!!!! Όχι ρουφιάνα που νόμιζες ότι δεν θα σε συγκινούσα!! Αν δεν συγκινήθηκες....φτου σου!!!!"

Κι άμα συγκινήθηκα? Φτου σ' εσένα?


Τα βράδια μου τα εργένικα...κοιμάμαι σαν το ζώο!


 "Στο φροντηστήριο αγγλικά, η δασκάλα να κάνει μάθημα κι εμείς να έχουμε περασμένο από ένα ακουστικό στο μανίκι και να ακούμε από το ίδιο walkman. Αυτό είσαι σίγουρα εσύ."

Και μετά να με βάζεις να σου γράφω και τους στίχους! Αυτό ήσουν εσύ! Στα τραγούδια που θα'ρθουν και στα κουσούρια που δεν σταματάνε ποτέ! Ακόμα και μετά από ΤΟΣΑ χρόνια!


Αααααχ "ευτυχισμένη μοναρχία"! αααχαχαχαχα

Γενεθλιάζω Episode I

Πριν από 35 Νοέμβριδες γεννήθηκα και τα παρακάτω τραγούδια είναι τα δώρα των φίλων μου! Ευχαριστώωωωωω... Ήσασταν όλοι τόσο απαίσιοι όσο περίμενα!




Ξέρω, ξέρω... κι επαυξάνω!


Μαναρι μου!!!!Αυτο ειναι το τραγουδι που μου θυμιζει το Μαρακι......smooch!!!!

Ψηλά τα χέρια γιατί τόσο σ'αγαπώ! Πέρασε ο καιρός...


"Δεν ξέρω εάν ακούγοντας το τραγούδι θυμάμαι εσένα, αλλά σίγουρα, όσο περισσότερο σε γνωρίζω, τόσο περισσότερο μου θυμίζεις το τραγούδι."

Όταν μεγαλώσω (ναι, κι' άλλο!) υπόσχομαι να σε παντρευτώ!

"Θυμάσαι? Όταν είχε βγει ήμασταν στο Εδιμβούργο. Καθόμασταν η μία δίπλα στην άλλη, κοιτιόμασταν στα μάτια, παίρναμε την πιο γλυκιά έκφραση παπαδιάς, βάζαμε κορώνα στην φωνή και κάθε φορά στο τέλος της πρότασης the sweetest thing ή κλάναμε ή ρευόμασταν ή κάναμε τέτοια χαριτωμένα!!! Δεν έχει περάσει ΜΙΑ φορά τα τελευταία δέκα χρόνια που να έχει παίξει οπουδήποτε αυτό το τραγούδι και να μην έχω σκάσει χαμόγελο τζοκόντα όπως μας θυμάμαι...!"

Επίσης κάναμε ότι μυρίζαμε τη μασχάλη μας και μετά δήθεν πεθαίναμε από τη βρώμα! Θυμάμαι, νοσταλγώ, σιχαίνομαι, συγκινούμαι και γελάω ταυτόχρονα! Πάντα έτσι είμαστε εμείς όμως. Ανάμικτες (ή να πω ανάκατες?) στη συναναστροφή μεταξύ μας.


Έτσι γιατί ξυπνάω ζωώδη ένστικτα... Ή μήπως εγώ είμαι το ζώο?


"Ένα είναι το τραγούδι που σε θυμίζει...
"Άνοιξη ξανά... ακόμα τι να θυμηθώ, απ' τον καιρό που οι δυο μαζί ξεκινούσαμε εκεί... Ραντεβού στη χαρά...."
Κι αυτό γιατί η θύμησή σου πάντα με πλημμυρίζει χαρά!"


Τα δικά μας ραντεβού δε θα τελειώσουν ποτέ. Το ξέρεις ε?
 
"Ένα τραγούδι είναι πάντα εσύ. Το γιατί το ξέρεις κι εσύ. Εσύ μου το έμαθες άλλωστε."

Γεννημένη δασκάλα... Master of disaster με distinction παρακαλώ!


"afierwmeno..jejeje kai xronia trela ..ssssss.."

Θέλω να μου ξεκαθαρίσεις κάτι για να ξέρω... Ποιος βλέπει ποιόν και ποιος παθαίνει το ατύχημα τελικά? 


"ena tragoudi pou dikaiomatika thimamai esena otan to akouo kai eidika otan skeftomai na antigrafeis tis kiniseis me treli epitixia...."

Μόνο τρελή...? Θεότρελη επιτυχία!!!


"epeidi mpainei o xeimonas...epeidi tora teleutaia anapolo ta palia..."

Χμμμ... να σου πω ένα μυστικό? Κι εγώ το ίδιο και σε μεγάλες δόσεις. Άντε να χαθείς κι εσύ παλιοκόριτσο γιατί μου θύμησες και νοστάλγησα πολύ περισσότερα απ'όσα θα'πρεπε!

 

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Στην υγειά των τρελών

"Aς πιούμε στην υγειά των τρελών, των απροσάρμοστων, των επαναστατών, των ταραχοποιών.Σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, που δεν τιμούν τους κανόνες, που δεν σέβονται την τάξη…
 
 Μπορεί να τους επαινέσεις, να διαφωνήσεις, να τους τσιτάρεις, να δυσπιστήσεις, να τους δοξάσεις ή να τους κακολογήσεις. Αλλά δεν μπορείς να τους αγνοήσεις. Γιατί αλλάζουν πράγματα. Βρίσκουν, φαντάζονται, βοηθάνε, ερευνούν, φτιάχνουν, εμπνέουν. Σπρώχνουν μπροστά τα πάντα. 

Ίσως, πρέπει να είναι τρελλοί. Πώς αλλιώς θα κοιτάξουν ένα άδειο καμβά και θα δουν έργο τέχνης; Ή θα καθίσουν στη σιωπή και θ’ ακούσουν τραγούδι που δεν έχει γραφτεί; Εκεί που κάποιοι βλέπουν τρελούς, εμείς βλέπουμε μεγαλοφυΐες. Γιατί οι άνθρωποι που είναι αρκετά τρελοί για να πιστεύουν ό,τι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που στο τέλος το κάνουν."
Τζακ Κέρουακ

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Τι με κοιτάζεις Ρόζα...

<<Ο Φρίντριχ Ένγκελς είπε κάποτε: "Η αστική κοινωνία βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα: ή πέρασμα στο σοσιαλισμό ή ξανακατρακύλισμα της ανθρωπότητας στη βαρβαρότητα". Τι σήμαινε όμως "ξανακατρακύλισμα στη βαρβαρότητα" από το σημερινό επίπεδο του ευρωπαϊκού πολιτισμού; Μέχρι σήμερα διαβάζουμε, αναμφισβήτητα, τα λόγια αυτά χωρίς να εμβαθύνουμε στο νόημα που κρύβουν και τα παραθέτουμε χωρίς να προαισθανόμαστε την τρομερή βαρύτητά τους. Σήμερα όμως, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας για να καταλάβουμε τι σημαίνει κατρακύλισμα της αστικής κοινωνίας στη βαρβαρότητα.>> Ρόζα Λούξεμπουργκ

Στις 15 Ιανουαρίου του 1919, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, μαρξίστρια και ηγετική μορφή των «Σπαρτακιστών», δολοφονείται από τα Freikorps, τις εθνικιστικές πολιτοφυλακές για την καταστολή της επανάστασης του Γενάρη στη Γερμανία.

Κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη για την Ρόζα Λούξεμπουργκ:

Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ

«Κίνησα το πρωί για τον Διόνυσο, στην Πεντέλη. Κρατούσα τα "Γράμματα" της Ρόζας Λούξεμπουργκ κι ήθελα να τα διαβάσω ψηλά στη μοναξιά, κάτω από τα πεύκα.
Γυάλιζε ο αέρα ακίνητος κι άστραφτε σαν ατσάλι· απάνω του, σαν ξόμπλια σμαλτωμένα, τα δέντρα, οι πεταλούδες, τα σπίτια των ανθρώπων. Η Πεντέλη μπροστά μου, η μάνα, με τον ανοιχτό πληγωμένον κόρφο, που είχε γεννήσει τους Θεούς· ζερβά μου ο Πάρνης γαλάζιος και τραχύς. Μύριζε το θυμάρι, η αφάνα· οι βελόνες των πεύκων, διχαλωτές, έσταζαν τον ήλιο.
Στο Διόνυσο, βρήκα ένα παλιό μου φίλο. Είχα χρόνια να τον δω. Α! τους ηρωικούς αγώνες μας για τη δημοτική γλώσσα, τα μανιφέστα που ξαπολούσαμε, τις κρυφές μας συνεδρίες στα υπόγεια ενός μεγάλου σπιτιού, τους νέους που φέρναμε στα κατηχούμενα τούτα να τους φωτίσουμε, να πληθύνουμε, ν’ ανεβούμε από τα υπόγεια, να φωτίσουμε την Ελλάδα.
Έπειτα σκορπίσαμε. Άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι βαρέθηκαν, άλλοι διορίστηκαν κι ησύχασαν. Όταν τους συναντώ στο δρόμο, κάνω πως δεν τους βλέπω από ευγένεια – φοβούμαι μήπως θυμηθούν και κοκκινίσουν. Μα σήμερα δεν μπόρεσα να ξεφύγω. Μόλις πρόβαλα στο μικρό ξενοδοχείο του Διονύσου, να ο φίλος μου με το μπαστούνι του, με το καπέλο γυριστό, να μην τον κάψει ο ήλιος γλυκοκουβέντιαζε με πέντ’ έξι κοπέλες. Πώς πάχυνε! Τα μάτια του ήταν πρησμένα, τα μάγουλά του κρέμουνταν, το πηγούνι του αναπαύονταν απάνου στο διπλό προγούλι.
-Πώς πάχυνες! του είπα.
-Ναι, πήρα τον κατήφορο. Στρώνω τραπέζι για τα σκουλήκια. Γεροντόπαχο. Δε σκοτίζομαι πια για τίποτα, δεν μπορώ να αφομοιώσω καμιά καινούρια ιδέα. Είμαι ήσυχος.
Και σε λίγο πρόσθεσε:
-Άλλαξαν οι συνήθειές μου. Παντρεύτηκα βλέπεις. Δεν περπατώ πια, βαριέμαι. Αγαπώ τις απλές κουβέντες, τη μαστίχα και τα παιδιά μου.
Θέλησα να του θυμίσω τους αγώνες μας. Όλα τα θυμόταν ήσυχα, χωρίς θλίψη, χωρίς ντροπή.
-Κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Σήμερα οι νέοι άλλαξαν. Γίνηκαν επαναστάτες, δε σέβουνται.
Μα καθόλου δε θεράπευε πια την καρδιά μου όλη τούτη η ωραιότητα. Σαν παμπάλαιη μου φάνηκε Σειρήνα, που μάταια μάχουνταν να μας γοητέψει και να ξεχάσουμε το τραχύ, χωρίς γλύκα κι ωραιότητα σύγχρονο χρέος.
Ανέβαινα βιαστικός, κλεισμένος μέσα στην αγωνία μου. Σήμερα μια γυναίκα άσκημη, χλωμή, απελπισμένη, ανένδοτη, ήταν μαζί μου· ως άγγιζες το χέρι μου το μικρό βιβλιαράκι της Ρόζας Λούξεμπουργκ, έφρισσα, σα να με άγγιζε το νευρικό, νεκρό της χέρι και με οδήγαε.
Μια μέρα την είχα δει σε μια μικρή γερμανική πολιτεία, πάνου σε ένα τραπέζι, να μιλάει σε χιλιάδες εργάτες και πεινασμένους. Ήταν αδύναμη, σα ραχητική, φορούσε ένα παλιό σάλι, έτρεμε από το κρύο κι έβηχε. Μα πότε δεν θα ξεχάσω την κραυγή που τινάχτηκε από το ανεμικό της στόμα κι ανέβηκε στον ουρανό: «Ελευτερία, φως, δικαιοσύνη. Να χαθούμε, όλοι αδέλφια, για να σώσουμε τη γης!».
Πολλοί κλαίγαν, άλλοι βλαστημούσαν και φοβέριζαν. Οι καλοθρεμμένοι αστοί περνούσαν και σφύριζαν. Ήρθαν οι αστυφύλακες και την κατέβασαν από το τραπέζι και την πήραν στη φυλακή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ματιά της προς τους αψηλούς, βάρβαρους στρατιώτες. Έλεος, αγανάχτηση και θλίψη. Σα να μετρούσε πόσο σκοτάδι υπάρχει ακόμα, πόση σκλαβιά και τι αγώνας χρειάζεται!
Μιαν άλλη μέρα: Είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος, τα γερμανικά σιδερόφραχτα στρατεύματα κίνησαν να δρασκελίσουν τα σύνορα και να μπουν στη Ρωσία.
Άξαφνα, μια χλωμή γυναίκα όρμησε, στάθηκε απάνου στα σύνορα κι άνοιξε τα δυο μικρά της αδύναμα χέρια να σταματήσει τους στρατούς που προχωρούσαν. Ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Τη φυλακίζουν. Από τη φυλακή της κοιτάζει τον ήλιο, τα πουλιά, τα σύννεφα, ακουμπισμένη στα κάγκελα.
Ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού διαβάζω τα γράμματα της στην αγαπημένη της φιλενάδα, τη Σόνια: «Κάποτε μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, μα ένα πουλί ή ένα οποιοδήποτε ζώο, που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου μια γωνίτσα περβόλι, ένα χωράφι και να ΄μαι ξαπλωμένη στο χορτάρι, ανάμεσα στα έντομα, παρά να βρίσκουμαι σ’ ένα συνέδριο σοσιαλιστικό. Σε σένα μπορώ να κάμω μια τέτοια εξομολόγηση, γιατί βέβαια δε θα με φανταστείς εσύ πως προδίνω την ιδέα. Το ξέρεις, πως μεόλα αυτά, ελπίζω να πεθάνω στο μετερίζι μου: σε μια μάχη στα οδοφράγματα ή μέσα στη φυλακή…».
Γιομάτη επικίντυνα πλούτη κι αντινομίες ήταν η ψυχή της, όπως κάθε μεγάλη ψυχή.
Και παρακάτω γράφει:
«Τη στιγμή που σου γράφω ένας μεγάλος βάβουλος μπήκε στο κελί της φυλακής μου· το γιομώνει με τη βαριά, σα βαρύτονου, φωνή του. Τί ωραίος που είναι, τί βαθύτατη χαρά ζωής αναπηδάει μέσα από το βούισμά του, το γιομάτο δύναμη, ζέστα καλοκαιριάτικη και μυρωδιές από τα λουλούδια!»
«Σονίτσα» γράφει μιαν άλλη μέρα, «παραπονιέσαι με λόγια πικρά γιατί με κρατούν τόσον καιρό φυλακή και φωνάζεις: «Πώς είναι δυνατόν οι ανθρώποι να ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων;» Αγαπητό μικρό μου πουλί, σε όλη την ιστορία ανθρώποι ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων, κι η αδικία τούτη, έχει βαθύτατα τις ρίζες της στις υλικές συνθήκες της ζωής.
Μονάχα η εξέλιξη, μέσα από αναρίθμητες σπασμωδικές κρίσεις, μπορεί να φέρει τη λύτρωση. Σήμερα ζούμε ένα από τα πιο τρικυμισμένα κεφάλαια της εξέλιξης αυτής και ρωτάς: Προς τί όλα τούτα; Το ερώτημα τούτο δεν έχει νόημα όταν αγκαλιάσεις ολάκερο τον κύκλο της ζωής. Προς τί να υπάρχουν πουλιά στον κόσμο; Δεν ξέρω. Μα χαίρουμαι που υπάρχουν και γλυκύτατα παρηγοριέμαι, γρικώντας ξαφνικά ένα βιαστικό τσι-τσι-μπε να μου έρχεται μακριάθε, απάνου από τον τοίχο.
Άλλωστε υπερτιμάς τη γαλήνη μου. Δυστυχώς η εσωτερική μου ισορροπία και μακαριότητα ταράζεται κι από τον πιο ανάλαφρο ίσκιο που περνάει ποπάνω μου κι υποφέρω τότε αδήγητο μαρτύριο. Μα τις στιγμές αυτές μου είναι αδύνατο να προφέρω λέξη.».
Σε ένα άλλο γράμμα της περιγράφει με πόνο τα βουβάλια που σέρνουν μεγάλα κάρα και κουβαλούν στις φυλακές τα αιματωμένα ρούχα από τον πόλεμο. Ένας στρατιώτης τα χτυπούσε και χάραζε, έως το αίμα, τη ράχη τους:
«Την ώρα που ξεφόρτωναν τα κάρα, τα βουβάλια έμεναν ακίνητα εξαντλημένα και το ένα, εκείνο που έτρεχε αίμα, κοίταζε θλιμμένο, ίσα, μπροστά του. Όλη του η μορφή και τα μεγάλα του μαύρα μάτια, τα τόσο γλυκά, είχαν την έκφραση του παιδιού που τιμωρήθηκε σκληρά χωρίς να ξέρει την αιτία· έκλαψε πολύ και δεν ξέρει πια πώς να γλυτώσει από το μαρτύριο κι από την κτηνώδη βία.
Στεκόμουνα μπροστά στο κάρο και το πληγωμένο ζώο με κοίταζε. Τα δάκρυα τινάχτηκαν από τα μάτια μου· ήσαν τα δάκρυά του. Ω δύστυχο βουβάλι μου, αγαπημένε φτωχέ αδερφέ μου, είμαστε κι οι δυο ανυπεράσπιστοι και βουβοί, ενωμένοι κι οι δυο στο πόνο, στην ανημποριά και στη λαχτάρα!»
Θάμα είναι η ευαισθησία τούτη της καρδιάς σε μια γυναίκα με τόση οξύτατη λογική και διαλεκτική δεινότητα και σοφία.
Κι ακόμα περισσότερο η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε και την Τρίτη ανώτατη αρετή: Δεν ήταν μονάχα λεπτότατα παθαινόμενη καρδιά, δεν ήταν μονάχα ανυπέρβλητα λαγαρός θεωρητικός νους – μα ήταν και μια ζωή γιομάτη Πράξη: αμείλιχτος πολεμιστής, έτρεχε από πόλη σε πόλη, μιλούσε στις πλατείες, στα καφενεία, στα εργοστάσια, πήγαινε μπροστά από τους εργάτες σε συλλαλητήρια κι απεργίες.
«Σονίτσαα, Σονίτσα, κράτα ό,τι κι αν γίνει, τη γαλήνη σου και την ηρεμία. Τέτοια είναι η ζωή και πρέπει να την παίρνεις όπως είναι, με γενναιότητα, με όρθιο το κεφάλι και με χαμόγελο στα χείλη, μπροστά και ενάντια στα πάντα!»
Και το τελευταίο της γράμμα, λίγο πριν την σκοτώσουν:
«Η ψυχή μου βρίσκεται σε τέτοιο πυρετό, που είναι αδύνατο να δέχουμαι πια τους φίλους μου και να νιώθω πως μας επιβλέπουν οι φύλακες. Το βάσταξα με υπομον’η όλα τούτα τα χρόνια κι αν ήταν άλλοι καιροί, θα ‘κανα υπομονή. Μα τώρα που όλα συθέμελα άλλαξαν, δεν το ανέχομαι πια. Να μ’ επιβλέπουν την ‘ωρα που μιλω΄και να να μη με αφήνουν να προφέρω λέξη για ότι βαθύτατα μ’ ενδιαφέρει, μου κατήντησε τόσο μαρτύριο, που προτιμώ να στερηθώ κάθε επίσκεψη, ωσότου να μπορέσουμε να ιδωθούμε σαν ελεύτεροι άνθρωποι».
Σε λίγο καιρό, τον Γενάρη του 1919, τη σκότωσαν!
Αχ! Πως ανέβηκε ξαφνικά, μέσα στην Πεντέλη, η κραυγή: - Βοήθεια!
Δεν ήταν μια γυναίκα που φώναζε – ήταν η κραυγή, η σημερινή, ολάκερης της Γης.
Κατέβαινα το βουνό ταραγμένος. Τα δάκρυα είχαν τιναχτεί από τα μάτια μου. Πώς όταν είδα τη γυναίκα τούτη στη μακρινή πολιτεία να φωνάζει, απάνω στο τραπέζι, μικρή, αδύναμη κι άσκημη, πώς να μη χυθώ να σφίξω το χέρι της και να πάω μαζί της! Μα θυμούμαι, πειράχτηκα κι απόστρεψα το πρόσωπό μου. Ένας γιατρός, που ήταν μαζί μου είπε: «Θα είναι υστερική· θα την πάντρευα να ησυχάσει». Κι εγώ γέλασα, θυμούμαι.
Φρίσσω λογιάζοντας πόσο κτήνος μπορεί να ‘ναι ο άνθρωπος, χωρίς να το νιώθει. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξεπέσει τόσο, μεγαλύτερη αμαρτία δεν έκαμα.
Και τώρα τα δάκρυα ανεβαίνουν, μια καρδιά χτυπάει και γιομίζει με αντίλαλο την ερημιά, η ζωή ανασηκώνεται όλη απάνου στους αδύναμους, καμπουριασμένους ώμους της χλωμής τούτης μεγαλομάρτυρης αδελφής.
Έφυγε η κραυγή από το στήθος της, λευτερώθηκε από το εφήμερο κορμί της και δουλεύει, φωνάζοντας πολεμικά, μέσα στα στήθη των ανθρώπων. ΄
Τέτοια η κραυγή της λευτεριάς. Έκαμε χρόνια να φτάσει και να χτυπήσει την ψυχή μου. Άλλες ψυχές, πιο χαμηλά, πιο πέρα, ακόμα δεν τη γρίκησαν. Βλέπουν μια γυναίκα ν’ ανοίγει το στόμα της, να σηκώνει τα χέρια απάνου σ’ ένα τραπέζι, μα δεν ακούν τί λέει: ύστερα από πέντε, δέκα χρόνια, θ’ ακούσουν· κι η ψυχή τους θα τιναχτεί κραυγάζοντας.
Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας: -Βοήθεια
Ο αέρας άλλαξε, αναπνέει μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη θειάφι. Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι άνθρωποι! Κι ύστερα σιωπή· ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραυγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε – μέσα στην καρδιά κάθεται η κραυγή και φωνάζει.
Ανίλεη, αυστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους, ας είναι ο ποιητής ουρανού και γης· αυτός ανέλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας. Ο νους μας είναι σαν το «Μικρό Σκορπιό» μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
«Ο μικρός σκορπιός είπε: - Εγώ, ο μικρός σκορπιός ποτέ δε θα επικαλεστώ το όνομα του Θεού. Εγώ, ο μικρός σκορπιός, όταν θέλω να κάμω τίποτα, θα το κάμω με την ουρά μου»!"


Ελληνικό παράρτημα το «Ιδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ»
«“Τάξη βασιλεύει στο Βερολίνο!” Ηλίθιοι μπράβοι! Η “τάξη” σας είναι χτισμένη στην άμμο. Αύριο κιόλας η επανάσταση θα ανυψωθεί με μια βροντή και με σαλπίσματα θα ανακοινώσει στον τρόμο σας: Ήμουν, Είμαι, Θα είμαι!». Ρόζα Λούξεμπουργκ.
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...